Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο Παλιάτσος

Το τσίρκο απόψε γέμισε, να δει την μπαλαρίνα,
μια κούκλα που ζωντάνεψε, θαρρείς από βιτρίνα.
Τα φώτα πέφτουν πάνω της, στο πάλκο όταν χορεύει,
και το φεγγάρι ντρέπεται και να κρυφτεί γυρεύει.
Όμως πιο πίσω απ’ τη σκηνή, μια καρδιά πονάει,
ένας παλιάτσος στέκεται κι ώρα δε περνάει.
Προσμένει να ‘ρθει η στιγμή, να ακούσει αυτό το «γεια σου,
εγώ για απόψε τέλειωσα, έρχεται η σειρά σου».
Όμως εκείνη αγαπά, τον όμορφο ακροβάτη
και του παλιάτσου η καρδιά, μ’ αγκάθια είναι γεμάτη.
Στο ψεύτικο χαμόγελο, κυλάει ένα δάκρυ
και στέκεται αμήχανος και μόνος σε μια άκρη.

Βγήκε κι απόψε στη σκηνή, μα ο κόσμος δε γελούσε,
χλεύαζε τα καμώματα και δε χειροκροτούσε.
Έτσι όταν τελείωσε, είχε απομείνει μόνος,
γονάτισε και έκλαψε, για να ξεσπάσει ο πόνος.
Όμως καθώς καθάριζε, τα μάτια με πανάκι,
στην πλάτη του αισθάνθηκε, ένα μικρό χεράκι.
Γυρνά και βλέπει μ ‘έκπληξη, ένα μικρό κορίτσι,
με κοκαλάκια στα μαλλιά, που ‘χει κι αυτό δακρύσει.
«Κλόουν εμένα μ ‘άρεσες, γιατί είσαι λυπημένος;»
μα εκείνος δεν απάντησε, έμεινε σαστισμένος.
Κατάλαβε τι άδικο είναι να μη θυμάσαι,
αυτούς που αλήθεια σ ‘αγαπούν, όπως εσύ και να ‘σαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου