Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Το πατρικό





















Θα πάρω δυο κιλά, μπογιά κι ένα πινέλο,
να βάψω τα παντζούρια σου, στα παραθύρια θέλω!
Φορτώνω αύριο το πρωί, τις γλάστρες μου στ’ αμάξι,
μ’ όσα μου μείναν μετρητά, για μένα είναι εντάξει.
Στο κήπο σου τη τριανταφυλλιά, θα βάλω ν’ ανασάνει
και στο δεξί παράθυρο, το ένα μου γεράνι.
Θ’ ανέβω στη κληματαριά, το κλήμα να κλαδέψω,
το όνειρο που έχασα, για μια στιγμή να κλέψω.

Σχώρα με που μεγάλωσα και δε θα με γνωρίσεις,
μα είμαι εγώ, ο Άγγελος, μη με κακοκαρδίσεις.
Τα ξύλινα σου, τα πατώματα, θέλω να τα μυρίσω,
τα χρόνια τα καλύτερα, πίσω να τα γυρίσω.
Τότε που γύριζα κρυφά, από τους δρόμους νύχτα,
να μη μ’ ακούσει η μάνα μου, περπατητός στα νύχια.
Θα ανοίξω το κατώι σου, λίγο να πάρει αέρα,
το καριοφίλι του παππού, ενθύμιο του πατέρα.
Και τη μικρή τη λεμονιά, που δεν κάνει λεμόνια,
θα τη ποτίσω απ’ την αρχή, σαν τα παλιά τα χρόνια.
Όσοι με νιώθουν φίλο τους, θα καρτερώ να’ ρθούνε
Κι οι τράπεζες και τα λεφτά, να πα’ να γαμηθούνε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου